Η περίφημη ιωνική ζωφόρος του ναού του Eπικουρίου Aπόλλωνος, συνολικού μήκους 31µ. και ύψους 0,63µ., βρισκόταν πάνω από ένα χαμηλό ιωνικό επιστύλιο στον κυρίως χώρο του σηκού. Τον εσωτερικό αυτό ιωνικό θριγκό αποτελούσαν είκοσι τρεις μαρμάρινες πλάκες που έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας.

Υποθετική σχεδιαστική αναπαράσταση του εσωτερικού του ναού (σηκός).Πίσω από την ιδιόρρυθμη ιωνική κιονοστοιχία, τον ένα και μοναδικό κίονα κορινθιακού ρυθμού και την ιωνική ζωφόρο, διακρίνεται το λατρευτικό άγαλμα του θεού.                                                                    Ch. R. Cockerell, The temples of Jupiter Panhellenius at Aegina and of Apollo Epicurius at Bassae near Phigaleia in Arcadia, London 1860.

Ναός Επικούριου Απόλλωνα

Υποθετική σχεδιαστική αναπαράσταση του σηκού

Διακρίνεται η ιωνική κιονοστοιχία, και η ιωνική ζωφόρος. Επίσης ο ένας και μοναδικός κίονας κορινθιακού ρυθμού και πίσω από αυτόν, στο άδυτο του ναού, το λατρευτικό άγαλμα του θεού. Ch. R. Cockerell, The temples of Jupiter Panhellenius at Aegina and of Apollo Epicurius at Bassae near Phigaleia in Arcadia, London 1860.

Τις ένδεκα από τις πλάκες καταλαμβάνουν ανάγλυφες σκηνές κενταυροµαχίας και τις υπόλοιπες δώδεκα σκηνές Aµαζονοµαχίας. Η αρχική θέση της κάθε πλάκας στη ζωφόρο είναι αβέβαιη, δεδομένου ότι σαν ένα φίλμ, η κάθε σκηνή, το κάθε στιγμιότυπο αντιστοιχεί σε μια πλάκα.

Πολλοί μελετητές επιχείρησαν να αποδώσουν τη ζωφόρο σε κάποιο γνωστό γλύπτη της εποχής, χωρίς να έχει επικρατήσει κάποια θεωρία. Φαίνεται πάντως πιθανό δηµιουργός της να ήταν ο γλύπτης Παιώνιος, από τη Mένδη της Xαλκιδικής, ο οποίος το ίδιο περίπου χρονικό διάστηµα, γύρω στο 421 π.X. φιλοτέχνησε το άγαλµα της Nίκης στην Oλυµπία και τα ακρωτήρια του ναού του Διός.

Οι ανάγλυφες παραστάσεις της Φιγαλείας, όποιος και να ήταν ο καλλιτέχνης που τις δημιούργησε, αποτυπώνουν με αριστοτεχνικό τρόπο την ένταση και την δράση των μυθικών μαχών. Στις δύο συνθέσεις, ο καλλιτέχνης επέλεξε να μην αποδώσει το λοιμό που είχε πλήξει τη Φιγάλεια, αλλά να επικεντρωθεί στην ανθρωποφόνο μανία των κενταύρων και την καταστρεπτική εισβολή των Αμαζόνων, δύο μυθεύματα που ήταν προσφιλή στους αρχαίους Αθηναίους.

Περιγραφή

Η Κενταυρομαχία είναι ένα από τα προσφιλή θέματα των καλλιτεχνών που έδρασαν στην κλασική εποχή, μεταξύ αυτών και οι γλύπτες, όπως χαρακτηριστικά μαρτυρούν οι κορυφαίες δημιουργίες του Ναού του Διός της Ολυμπίας (κεντρικό θέμα του δυτικού αετώματος) οι 23 μετόπες της νότιας πλευράς του Παρθενώνα και η ζωφόρος του οπισθόναου του ναού του Ηφαίστου (Θησείο).

Σε αυτήν, οι Λαπίθες και ο Θησέας αντιμετωπίζουν τους Κένταυρους, που είναι μισοί άνθρωποι και μισοί άλογα. Οι Κένταυροι, καλεσμένοι σύμφωνα με τους μύθους στη δεξίωση για τους γάμους του βασιλιά Πειρίθου και της Δηιδάμειας ή Ιπποδάμειας, παραβιάζοντας όλους τους κανόνες και κώδικες πολιτισμένης συμπεριφοράς, αφού μέθυσαν, προσπαθούν να αρπάξουν και να βιάσουν τις γυναίκες των Λαπιθών. Ο γλύπτης δείχνει με μεγάλη δεξιοτεχνία τις διαφορές μεταξύ των δύο φυλών. Οι Λαπίθες είναι πολιτισμένοι και γενναίοι, που χρησιμοποιούν όπλα και στρατηγική. Οι Κένταυροι είναι ωμοί και αγρίμια, που χρησιμοποιούν βράχους και δένδρα.

Η πιο δραματική σκηνή είναι αυτή του Καινέα, που είναι αθάνατος και αδύνατο να τραυματιστεί. Οι Κένταυροι προσπαθούν να τον σκοτώσουν με όλους τους τρόπους. Τελικά, αποφασίζουν να τον χώσουν μέσα στη γη, βάζοντάς του πάνω μια τεράστια πέτρα. Ο Καινέας αγωνίζεται να απελευθερωθεί.

Ο Απόλλωνας έρχεται σε επικουρία, δηλαδή σε βοήθεια των Λαπιθών. Απεικονίζεται σε μία από τις πλάκες της ζωφόρου πάνω σε άρμα ως τοξότης σκηνή που παραπέμπει ευθέως στην βοήθεια που προσέφερε στους Φιγαλείς να απαλλαγούν από τον θανατηφόρο λοιμό κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.

Με την παρουσία του θεού ο Θησεάς καταβάλλει υπεράνθρωπες δυνάμεις και καταφέρει θανατηφόρο πλήγμα στον Κένταυρο επισφραγίζοντας τη νίκη.

Ιωνική Ζωφόρος Ναού Επικούριου Απόλλωνα

Κενταυρομαχία

Ο Απόλλωνας έρχεται σε επικουρία των Λαπιθών, πάνω σε άρμα που το σέρνουν δυο ελάφια. Οtto Magnus von Stackelberg,  Der Apollotempel zu Bassae in Arcadien , Rom 182

Το εξίσου διαδεδομένο θέμα της Αμαζονομαχίας πραγματεύεται ο καλλιτέχνης στις υπόλοιπες 12 πλάκες της ιωνικής ζωφόρου του Ναού των Βασσών.

Οι Αμαζόνες ήταν σύμφωνα με τους μύθους, μια φυλή γυναικών – πολεμιστών που ζούσαν στον Πόντο. Όταν ο Θησέας απήγαγε τη βασίλισσά τους Αντιόπη, εισέβαλαν στην Αθήνα και πολιόρκησαν την ίδια την Ακρόπολη. Η Αμαζονομαχία εξιστορεί τoν αγώνα των νέων της Αθήνας και του βασιλιά τους Θησέα εναντίον των Αμαζόνων η οποία έλαβε χώρα στον Άρειο Πάγο.
Στις πλάκες τις ζωφόρου οι άνδρες παριστάνονται γυμνοί, ενώ οι γυναίκες ντυμένες. Τα στιγμιότυπα αυτής της σύρραξης, διαπνέονται από ποικιλία κινήσεων, ζωντάνια και σφρίγος. Μέσα από τη συμπλοκή των πολεμιστών, κατά κύριο λόγο ανά ζεύγη, αναδεικνύονται οι αρετές αλλά και οι αντιθέσεις των δύο γενών.

Οι Αθηναίοι πολεμιστές με ανδρεία και εκπέμποντας το ήθος και τη ρώμη της πολιτείας τους κατατροπώνουν τις πολεμοχαρείς Αμαζόνες, οι οποίες ωστόσο δεν παύουν να εκπέμπουν ακαταμάχητη γυναικεία ομορφιά, σθένος και αποφασιστικότητα.

Ιωνική Ζωφόρος Ναού Επικουριου Απόλλωνα

Αμαζονομαχία

Σκηνή  Αμαζονομαχίας σε πλάκα της  ιωνικής ζωφόρου από το εσωτερικό του ναού (σηκός). Μια Αμαζόνα μάχεται σθεναρά, ενώ άλλη καταρρέει ηττημένη από Έλληνα πολεμιστή. 

Οtto Magnus von Stackelberg,  Der Apollotempel zu Bassae in Arcadien , Rom 1826

Η τύχη της ζωφόρου και η δημιουργία εκμαγείων

Οι πλάκες της ιωνικής ζωφόρου και οι υπόλοιποι ανεκτίμητοι θησαυροί του ναού των Βασσών, έπειτα από τον εντοπισμό και την αποκάλυψή τους από τους ευρωπαίους ερευνητές το καλοκαίρι του 1812, έφτασαν μετά από πολλές περιπέτειες στη Ζάκυνθο όπου και φιλοξενήθηκαν σε κατάλληλο χώρο για τα επόμενα δυο χρόνια.

Τον Σεπτέμβριο του 1812 ανακοινώθηκε για πρώτη φορά η εύρεσή τους και έγινε η περιγραφή της συλλογής σε μια Ζακυνθινή εφημερίδα. Ο κάθε ένας από τους επικεφαλής της επιχείρησης και ιδιοκτήτες της συλλογής απέκτησε γύψινα εκμαγεία ολόκληρης της ζωφόρου και έτσι αρκετές συλλογές στην Ευρώπη διαθέτουν αντίγραφά της. Για τις λεπτομέρειες αυτές μας ενημερώνει ένας εκ των πρωταγωνιστών του όλου εγχειρήματος, ο Εσθονός Οtto Magnus von Stackelberg.

Ενδιαφέρον για την αγορά της συλλογής έδειξαν και πάλι οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Βαυαρίας, όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση των γλυπτών του ναού της Αφαίας. Τελικά τα γλυπτά του Επικουρίου Απόλλωνος απέκτησε ως πλειοδότης της σχετικής δημοπρασίας που διενεργήθηκε ο διοικητής των Ιονίων Νήσων στρατηγός Campbell, αντιπρόσωπος του πρίγκηπα διαδόχου της Αγγλίας και μετέπειτα βασιλέως Γεωργίου IV, αντί του ποσού των 19.000 λιρών.

Οι πλάκες της ιωνικής ζωφόρου και οι υπόλοιποι ανεκτίμητοι θησαυροί του ναού των Βασσών έφτασαν μετά από πολλές περιπέτειες στη Ζάκυνθο όπου παρέμεινε μέχρι την 1η Μαϊου του 1814 σε κατάλληλο χώρο. Τον Σεπτέμβριο του 1812 ανακοινώθηκε για πρώτη φορά η εύρεσή τους και έγινε η περιγραφή της συλλογής σε μια Ζακυνθινή εφημερίδα.

Ο κάθε ένας από τους επικεφαλής της επιχείρησης και ιδιοκτητών της συλλογής απέκτησε γύψινα εκμαγεία ολόκληρης της ζωφόρου και έτσι αρκετές συλλογές στην Ευρώπη διαθέτουν αντίγραφά της. Για τις λεπτομέρειες αυτές μας ενημερώνει ένας εκ των πρωταγωνιστών του όλου εγχειρήματος, ο Εσθονός Οtto Magnus von Stackelberg.

Ενδιαφέρον για την αγορά της συλλογής έδειξαν και πάλι οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Βαυαρίας, όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση των γλυπτών του ναού της Αφαίας. Τελικά τα γλυπτά του Επικουρίου Απόλλωνος απέκτησε ως πλειοδότης της σχετικής δημοπρασίας που διενεργήθηκε ο διοικητής των Ιονίων Νήσων στρατηγός Campbell, αντιπρόσωπος του πρίγκηπα διαδόχου της Αγγλίας και μετέπειτα βασιλέως Γεωργίου IV, αντί του ποσού των 19.000 λιρών.

Τα γλυπτά των Βασσών έφτασαν στο Λονδίνο μετά την παρέλευση αρκετού χρονικού διαστήματος, το φθινόπωρο του 1815 και βρήκαν στέγη στο Βρετανικό Μουσείο, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο όπου μέχρι και σήμερα εκτίθενται, δίπλα ακριβώς στην αίθουσα των γλυπτών του Παρθενώνα.

Έπειτα από την συγκρότηση και διεθνή αναγνώριση του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, η χώρα απέκτησε για πρώτη φορά εκμαγεία της ζωφόρου του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος των Βασσών, έπειτα από ενέργειες της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Το Βρετανικό Μουσείο ανταποκρίθηκε στο σχετικό αίτημα της Εταιρείας στέλνοντας το 1846 αντίγραφα των γλυπτών της Ακροπόλεως και δύο χρόνια μετά του ναού των Βασσών, τα οποία φυλάσσονται προσωρινά σε τουρκικό λουτρό του 17ου αιώνα, όμορο της Ρωμαϊκής Αγοράς των Αθηνών.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, και συγκεκριμένα το 1878 τα γύψινα αντίγραφα των 23 πλακών της ζωφόρου μεταφέρονται στο ναό του Ηφαίστου (Θησείο) που λειτούργησε για ένα διάστημα ως το Αρχαιολογικό Μουσείο του νεοσύστατου κράτους.

Αντίγραφα των 23 πλακών της ζωφόρου βρίσκονται σήμερα σε εσωτερικό διάδρομο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου των Αθηνών, καθώς στη Νικολοπούλειο Δημοτική Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας.

Μετάβαση στο περιεχόμενο