ΒΑΣΣΕΣ / ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ο κλασικός
ναός.

Η αρχιτεκτονική, τα μέρη και η ιστορία του Ναού του Επικούριου Απόλλωνα.

01 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Εισαγωγικά

Εισαγωγικά

O ναός του Eπικουρίου Aπόλλωνα, κτισμένος την περίοδο 420-400 π.X., συνιστά ένα σπουδαίο τεχνικό επίτευγμα της εποχής του, ένα ξεχωριστό μνημείο, με μανιεριστικά χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τα σύγχρονά του ναϊκά οικοδομήματα και τον καθιστούν σταθμό στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής ναοδομίας, με σαφείς επιρροές που αναγνωρίζονται σε μεταγενέστερα κτίρια. Ενισχυτικό της γοητείας του μνημείου, είναι το γεγονός σε αυτό ενυπάρχουν αρχιτεκτονικά στοιχεία που απαντώνται σε ναούς που χρονολογούνται και στις τρεις περιόδους της αρχαιότητας (αρχαϊκή, κλασική και ελληνιστική).

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Ταυτόχρονα, η συνύπαρξη πολλών ετεροχρονολογούμενων αρχιτεκτονικών στοιχείων καθιστά δύσκολη την μετά βεβαιότητας χρονολόγησή του και απειλεί να κατακρημνίσει κάθε θεωρία που έχει διατυπωθεί για να ερμηνεύσει το πλήθος των ιδιαιτεροτήτων του. Ο ναός από αρκετούς μελετητές θεωρείται προ – παρθενώνειο κτίσμα, με κάποια μέρη του να ολοκληρώθηκαν στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Είναι πάντως βέβαιο ότι στην ίδια θέση υπήρχε λατρευτικό ιερό και ναός των αρχαϊκών χρόνων.

Για την Ελλάδα, ο Ναός του Επικούριου Απόλλωνα ήταν το πρώτο μνημείο που εντάχθηκε το 1986 στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

Την ερμηνεία του προσωνυμίου “Επικούριος” μας την δίνει ο Παυσανίας, σύμφωνα με την οποία ο Απόλλωνας κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, βοήθησε (επικούρησε) τους Φιγαλείς να αντιμετωπίζουν μια αρρώστια επιδημική, έναν Covid της εποχής και αυτοί για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στο θεό κατασκεύασαν τον κλασικό ναό στις Βάσσες. Ο αρχαιολόγος Κ. Κουρουνιώτης, κατά την ανασκαφή στο των ναών στην κορυφή του Κωτίλου, βρήκε επιγραφή στην οποία ο Απόλλωνας αναφέρεται με το επίθετο βασσίτας διατυπώνοντας την άποψη ότι αυτό ήταν το προσωνύμιο του θεού προ του 420 π.Χ οπότε του προσδόθηκε το προσωνύμιο Επικούριος

Υποθετική αναπαράσταση

Σχέδιο του F. Taylor.,1882

Ικτίνος

Ο αρχιτέκτονας του ναού.
Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, ο ναός του Eπικούριου Aπόλλωνος ήταν έργο του Αθηναίου αρχιτέκτονα της κλασικής εποχής Iκτίνου, ήδη διάσημου για το κορυφαίο και εμβληματικό αρχιτεκτόνημα της πόλης του, τον Παρθενώνα, και άλλων ακόμη κτιρίων, όπως το Τελεστήριο της Eλευσίνας.
Παρά τις αντιρρήσεις που διατύπωσαν κάποιοι μελετητές, φαίνεται ότι η πληροφορία είναι ορθή και πιθανότατα ο φηµισµένος Αθηναίος δημιουργός πράγματι εργάστηκε στην απομονωμένη και απομακρυσμένη περιοχή των Βασσών στην Aρκαδία.

Διαβάστε αναλυτικότερα

Ο αρχιτέκτονας του ναού.
Σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, ο ναός του Eπικούριου Aπόλλωνος ήταν έργο του Αθηναίου αρχιτέκτονα της κλασικής εποχής Iκτίνου, ήδη διάσημου για το κορυφαίο και εμβληματικό αρχιτεκτόνημα της πόλης του, τον Παρθενώνα, και άλλων ακόμη κτιρίων, όπως το Τελεστήριο της Eλευσίνας.
Παρά τις αντιρρήσεις που διατύπωσαν κάποιοι μελετητές, φαίνεται ότι η πληροφορία είναι ορθή και πιθανότατα ο φηµισµένος Αθηναίος δημιουργός πράγματι εργάστηκε στην απομονωμένη και απομακρυσμένη περιοχή των Βασσών στην Aρκαδία.
Άλλωστε και ο συνεργάτης του στο θαύμα της Ακρόπολης γλύπτης Φειδίας, λίγα μόλις χρόνια πριν, είχε παραδώσει το αριστούργημά του στους παραγγελιοδότες Ηλείους, το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του Δία που στεγάστηκε στον ναό του μεγίστου των θεών στο ιερό της Ολυμπίας. Ο Φειδίας εγκαταστάθηκε και εργάστηκε για τουλάχιστον δέκα χρόνια στην Ολυμπία, γιατί όχι λοιπόν και Ικτίνος στην Φιγάλεια. Xρονολογικά μάλιστα συμπίπτει η περίοδος δράσης του Iκτίνου με την ανέγερση του ναού, τα χρόνια μεταξύ 420-400 π.X. Ο William B. Dinsmoor, καθηγητής τέχνης και αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Columbia, υποστήριξε ότι ο Ικτίνος ίσως να δούλεψε στις Βάσσες τα χρόνια πριν το 447 π.Χ. έτος έναρξης ανέγερσης του Παρθενώνα.
Όπως και να έχει, μόνο ένας έμπειρος και πρωτοπόρος αρχιτέκτονας, θα μπορούσε να συλλάβει και σχεδιάσει ένα τόσο εμπνευσμένο οικοδόμημα, την τέλεια εκδοχή του δωρικού ρυθμού, και να συγκεράσει τα αρχαϊστικά, συντηρητικά στοιχεία µε καινοτόμες επινοήσεις, που θα δώσουν νέα ώθηση στην ελληνική αρχιτεκτονική.

02 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Τύπος και μορφολογικά χαρακτηριστικά του ναού των Βασσών

Τύπος και μορφολογικά χαρακτηριστικά του ναού των Βασσών

Πρόκειται για ναό δωρικού ρυθμού, περίπτερο (με κιονοστοιχία περιμετρικά του σηκού), αποτελούμενο από έξι δωρικούς κίονες στις στενές και δεκαπέντε στις μακρές πλευρές, διπλό εν παραστάσι, με πρόναο, σηκό (κυρίως ναό), άδυτο και οπισθόδομο με τονισμένο τον επιμήκη άξονά του, όπου τα πτερά των βραχέων πλευρών έχουν διπλάσιο πλάτος από αυτό των μακρών πλευρών.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

“….. Η κάτοψη του ναού (η ιχνογραφία του όπως λεγόταν στην αρχαιότητα) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία «χορογραφία» των αντιθέσεων καθώς τα, τυπικού πλάτους, μακρά πτερά εναλλάσσονται με τα διπλάσιου πλάτους βραχέα πτερά, ο ευρύχωρος και πλούσια διακοσμημένος πρόναος αντιπαρατίθεται με το στενό και απέριττο οπισθόναο, ενώ ο μοναδικά διαμορφωμένος σηκός συνδυάζεται με ένα λιτό αρχιτεκτονικά, μικρών διαστάσεων, άδυτο…” *

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος
Δρ Πολιτικός Μηχανικός

Υπεύθυνος Έργου Αποκατάστασης
Προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιολογικών Έργων και Μελετών
Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας

* απόσπασμα από το βιβλίο:
Παπαδόπουλος Κ. “Ο Ναός του Απόλλωνα στις Αρκαδικές Βάσσες. Το λιγότερο γνωστό από τα φημισμένα μνημεία της αρχαίας Ελληνικής Αρχιτεκτονικής”.
Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας
Αθήνα 2021

O προσανατολισμός του ναού

Ο προσανατολισμός του ναού από B προς N αντί του συνήθους από A προς Δ, έχει προκαλέσει κατά καιρούς διχογνωμίες και διάφορες ερμηνείες από τους μελετητές, που φτάνουν μέχρι και τη διατύπωση της φαιδρής θεωρίας, όχι βεβαίως επιστημονικής, ότι το κτίριο περιστρέφεται!

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Ο προσανατολισμός του ναού από B προς N αντί του συνήθους από A προς Δ, έχει προκαλέσει κατά καιρούς διχογνωμίες και διάφορες ερμηνείες από τους μελετητές, που φτάνουν μέχρι και τη διατύπωση της φαιδρής θεωρίας, όχι βεβαίως επιστημονικής, ότι το κτίριο περιστρέφεται!

Το ναϊκό κτίσμα των αρχαϊκών χρόνων, επίσης με προσανατολισμό B-N στην ίδια θέση, στα νότια του κλασικού ναού και το μικρότερο κτίσμα που εντοπίστηκε στα θεμέλιά του, μαρτυρούν ότι υπήρχε σχετική βαθιά ριζωμένη λατρευτική αντίληψη και παράδοση. Τον ίδιο ασυνήθη προσανατολισμό από B προς N, έχουν και άλλοι ναοί στην Aρκαδία όπως ο ναός της Aθηνάς στην Aλίφειρα και της Aθηνάς Σωτείρας και του Ποσειδώνος στην Aσέα.

Ο προσανατολισμός του ναού από B προς N αντί του συνήθους από A προς Δ, έχει προκαλέσει κατά καιρούς διχογνωμίες και διάφορες ερμηνείες από τους μελετητές, που φτάνουν μέχρι και τη διατύπωση της φαιδρής θεωρίας, όχι βεβαίως επιστημονικής, ότι το κτίριο περιστρέφεται!

Το ναϊκό κτίσμα των αρχαϊκών χρόνων, επίσης με προσανατολισμό B-N στην ίδια θέση, στα νότια του κλασικού ναού, και το μικρότερο κτίσμα που εντοπίστηκε στα θεμέλιά του, μαρτυρούν ότι υπήρχε σχετική βαθιά ριζωμένη λατρευτική αντίληψη και παράδοση. Τον ίδιο ασυνήθη προσανατολισμό από B προς N, έχουν και άλλοι ναοί στην Aρκαδία, όπως ο ναός της Aθηνάς στην Aλίφειρα και της Aθηνάς Σωτείρας και του Ποσειδώνος στην Aσέα.

Οι δυο κυρίαρχες θεωρίες προσεγγίζουν το ζήτημα και προσπαθούν να το ερμηνεύσουν η μία από κατασκευαστική και η άλλη από λατρευτική σκοπιά: ο αρχαιολόγος K.Kουρουνιώτης υποστήριξε ότι επιλογή της θέσης του ναού υπαγορεύτηκε από την ανάγκη εξοικονόµησης χώρου και λόγω τεχνικών περιορισμών. Ο αρχιτέκτονας F.A. Cooper, ο οποίος μελέτησε ενδελεχώς το μνημείο παρατήρησε ότι κατά το θερινό ηλιοστάσιο, όταν ο ήλιος ανατέλλει, ρίχνει το φως του εντός του αδύτου και μάλιστα στη συγκεκριμένη θέση που πιθανότατα ήταν στημένο το λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα. Έτσι εξηγείται και το άνοιγμα δίκην θύρας στην ανατολική πλευρά που επέτρεπε τον φωτισμό του αγάλματος.

Ο υπεύθυνος του έργου αναστήλωσης και επί χρόνια μελετητής του ναού Κ. Παπαδόπουλος, στέλεχος του Υπουργείου Πολιτισμού, στο πρόσφατο βιβλίο του Ο Ναός του Απόλλωνα στις Αρκαδικές Βάσσες (ΥΠ.ΠΟ.Α – Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας, ΑΘΗΝΑ 2021) εκτιμά ότι “…. τα στοιχεία αυτά (προσανατολισμός και θύρα αδύτου) εξυπηρετούσαν λατρευτικούς σκοπούς και πιο συγκεκριμένα την «επικοινωνία» του Διός από το Λύκαιο με τον Απόλλωνα στις Βάσσες. ,,,,,,παράλληλα με την οπτική τους διασύνδεση, το Λύκαιο και οι Βάσσες «συνδέονταν» στην αρχαιότητα και με ιεροπραξίες. Το ότι στις Βάσσες δεν έχει αποκαλυφθεί (έως σήμερα) βωμός, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο τέμενος του Λύκαιου Διός δεν υπήρχε ναός (μόνον βωμός), γεννά ευλόγως την σκέψη ότι είναι πιθανό να τελούνταν ταυτοχρόνως στους δύο χώρους ιερές τελετές. Σε κάθε περίπτωση, «σύνδεση» των δύο χώρων μέσω ιεροπραξίας μαρτυρείται από τον Παυσανία“.

Ο καθηγητής αρχαιολογίας Ν. Γιαλούρης, τέλος, επιχειρώντας μια ερμηνεία των λατρευτικών λόγων που εξυπηρετούσε ο ασυνήθης προσανατολισμός του ναού υποστήριξε ότι συνδέονται µε τη στενή σχέση του Aπόλλωνα µε το Bορρά και ειδικότερα µε τις “Yπερβόρειες Xώρες’. Σύμφωνα µε το μύθο, ο θεός έρχεται κάθε καλοκαίρι από τις “υπέρ τον Bορέαν” χώρες φέρνοντας καρποφορία και άνθηση στη γη και αποχωρεί το φθινόπωρο. Σε αυτή την αντίληψη της καθόδου του θεού από Bορρά προς Nότον θεωρήθηκε ότι οφείλεται και ο προσανατολισμός του ναού, θυμίζοντας βεβαίως τον κυρίαρχο μύθο της Περσεφόνης και την από κοινού λατρεία της με τη Δήμητρα που παραπέμπει στην εναλλαγή των εποχών.

03 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Υλικά και κατασκευή

Υλικά δομής – Λατομεία

Ο ναός είναι κατασκευασμένος από τοπικό ιζηματογενή ασβεστόλιθο ανοιχτού γκρίζου χρώματος, ενώ χρησιμοποιήθηκε και μάρμαρο από το Ταίναρο για επιμέρους δομικά στοιχεία και μέρη του.

Στην όμορη του μνημείου περιοχή και σε μικρή απόσταση έχουν εντοπιστεί διάφορες θέσεις εξόρυξης του ασβεστολιθικού δομικού υλικού του αρχαίου ναού. 

Διαβάστε αναλυτικότερα

Ο ναός είναι κατασκευασµένος από τοπικό ιζηµατογενή ασβεστόλιθο ανοιχτού γκρίζου χρώµατος, ενώ χρησιμοποιήθηκε και μάρμαρο από το Ταίναρο για επιμέρους δομικά στοιχεία και μέρη του.

Στην όμορη του μνημείου περιοχή και σε μικρή απόσταση έχουν εντοπιστεί διάφορες θέσεις εξόρυξης του ασβεστολιθικού δομικού υλικού του αρχαίου ναού. Στα λατομεία αυτά, στις πλαγιές του Κωτιλίου εφαρμόστηκαν πλην της γνωστής τεχνικής, δηλαδή της λατόμευσης περιμετρικών καναλιών και χρήση σφηνών για την τελική απόσπαση καθενός τεμαχίου και μιας άλλης, που περιλάμβανε τη χρήση τρυπανιών, κυρίως κατά μήκος ασυνεχειών της διαστρωμάτωσής του πετρώματος.

Η πρώτη διαμόρφωση του επιθυμητού σχήματός τους γινόταν στη θέση εξόρυξης. Στη συνέχεια τα τεμάχια μεταφέρονταν στο χώρο ανέγερσης του ναού, είτε πάνω σε ξύλινα φορεία, είτε πάνω σε ξύλινα κύλιστρα, ή ακόμη και πάνω σε κάρα που τα έσερναν ζώα. Εκεί τα λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη ελάμβαναν την τελική τους διαμόρφωση λίγο πριν ή ακόμη και μετά την τοποθέτησή τους στο ναό, εφόσον επέτρεπε την πρόσβαση στις υπό διαμόρφωση επιφάνειες, ώστε να μειωθεί στο ελάχιστο ο κίνδυνος τραυματισμού ειδικά των ακμών τους κατά την μεταφορά τους.

Για την ανύψωση και τις μικρομετακινήσεις των λίθων χρησιμοποιούνταν μοχλοί, σχοινιά και ξύλινοι γερανοί, όπως μαρτυρούν τα “μοχλοβόθρια” (εγκοπές) και οι “αγκώνες” (προεξοχές) που είναι και σήμερα ορατά στις επιφάνειές τους.

H στέγη καλυπτόταν από µαρµάρινες κεραµίδες, ενώ µαρµάρινη ήταν η οροφή στο βόρειο και το νότιο πτερό καθώς και στον πρόναο. Στο σηκό, µαρµάρινα ήταν τα κιονόκρανα, οι εσωτερικές µετόπες και η ιωνική ζωφόρος. Το μάρμαρο που χρησιμοποιήθηκε στον ναό των Βασσών προερχόταν από λατομείο στο Ακρωτήριο Ταίναρο.

Σύμφωνα με τους μελετητές, το πολύτιμο και βαρύ μάρμαρο μεταφερόταν δια της θαλάσσης ως και τις εκβολές του ποταμού Νέδα στον Κύπαρισσιακό κόλπο, όπου και μεταφορτωνόταν σε μικρότερα πλεούμενα. Αυτά έπλεαν με φορά αντίθετη της ροής του ποταμού, προς την ενδοχώρα, και έχοντας προσεγγίσει όσο περισσότερο επέτρεπε η στάθμη και ορμή των νερών στη Φιγάλεια, μεταφορτωνόνταν εκ νέου σε ζώα για να καταλήξει στις Βάσσες.

Θεμελίωση – Κρηπίδωμα

Για την έδραση του ναού χρειάστηκε να προηγηθούν εκτεταμένες εργασίες διαμόρφωσης και προετοιμασίας του χώρου που περιλάμβαναν απολαξεύσεις του φυσικού βράχου σε ορισμένες περιοχές και επίχωση σε άλλες που παρουσίαζαν κλίση.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή


Για την έδραση του ναού χρειάστηκε να προηγηθούν εκτεταμένες εργασίες διαμόρφωσης και προετοιμασίας του χώρου που περιλάμβαναν απολαξεύσεις του φυσικού βράχου σε ορισμένες περιοχές και επίχωση σε άλλες που παρουσίαζαν κλίση. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια επίπεδη επιφάνεια διαστάσεων 75 X 40 µ. κατά τον άξονα B προς N πάνω στην οποία θεμελιώθηκε και εδράζεται μέχρι σήμερα ο ναός. Οι διαμορφώσεις αυτές, όπου μάλιστα στη δυτικής πλευρά χρειάστηκε να κατασκευαστούν τρείς αναβαθμοί στο κρηπίδωμα του ναού, θυμίζει την διαμόρφωση του χώρου για την έδραση του Παρθενώνα πάνω στο βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών.
Tο δάπεδο του ναού, ο τελευταίος αναβαθµός της κρηπίδας, γνωστός στην ορολογία της αρχιτεκτονικής ως στυλοβάτης, επειδή πάνω σε αυτόν εδράζονται οι κίονες (στύλοι) του ναού, θυμίζει στους μελετητές ένα είδος ορθογώνιου κάνναβου, τον οποίο συναντούν για πρώτη φορά, πάνω και εντός του οποίου εμπεριέχονται όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού.
Έπειτα μάλιστα από πρόσφατες μελέτες, φαίνεται ότι ο ιδιοφυής αρχιτέκτονας είχε σχεδιάσει λεπτομερώς στο σύνολό του το ναό, πριν την κατασκευή της υψηλότερης στρώσης του θεμελίου του.
Ωστόσο, είναι επίσης εύλογο ότι στην πορεία της κατασκευής του μνημείου να υπήρξαν διαφοροποιήσεις και προσαρμογές σε νέες ανάγκες και δεδομένα.

Για την έδραση του ναού χρειάστηκε να προηγηθούν εκτεταμένες εργασίες διαμόρφωσης και προετοιμασίας του χώρου που περιλάμβαναν απολαξεύσεις του φυσικού βράχου σε ορισμένες περιοχές και επίχωση σε άλλες που παρουσίαζαν κλίση.
Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια επίπεδη επιφάνεια διαστάσεων 75 X 40 µ. κατά τον άξονα B προς N πάνω στην οποία θεμελιώθηκε και εδράζεται μέχρι σήμερα ο ναός. Οι διαμορφώσεις αυτές, όπου μάλιστα στη δυτικής πλευράς χρειάστηκε να κατασκευαστούν τρείς αναβαθμοί στο κρηπίδωμα του ναού, θυμίζει σύμφωνα µε τις παρατηρήσεις ειδικών την διαμόρφωση του χώρου για την έδραση του Παρθενώνα πάνω στο βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών.
Tο δάπεδο του ναού, ο τελευταίος αναβαθμός της κρηπίδας, γνωστός στην ορολογία της αρχιτεκτονικής ως στυλοβάτης, επειδή πάνω σε αυτόν εδράζονται οι κίονες (στύλοι) του ναού, θυμίζει στους μελετητές ένα είδος ορθογώνιου καννάβου, τον οποίο συναντούν για πρώτη φορά, πάνω και εντός του οποίου εμπεριέχονται όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού.
Τόσο η θεμελίωση του σηκού (κυρίως ναού) όσο και του περιστυλίου είναι αρκετά επιμελημένη με στρώσεις καλολαξευμένων λίθων που επιτρέπει την καλή συναρμογή τους.
Έπειτα μάλιστα από πρόσφατες μελέτες, φαίνεται ότι ο ιδιοφυής αρχιτέκτονας είχε σχεδιάσει λεπτομερώς στο σύνολό του το ναό, πριν την κατασκευή της υψηλότερης στρώσης του θεμελίου του.
Οι έμπειροι οικοδόμοι και τεχνίτες της αρχαιότητας μερίμνησαν για την στατική θωράκιση του κτίσματος με την εφαρμογή αργιλώδους στρώματος κατάλληλου πάχους και σύστασης που παρεμβάλλεται μεταξύ του φυσικού βράχου και των λίθων της θεμελίωσης.
Το γεγονός ότι μετά από εικοσιπέντε αιώνες το μνημείο στέκει όρθιο, παρά τις καθιζήσεις που προκαλεί η σημαντική διάβρωση – έκπλυση του αργιλώδους στρώματος από τα όμβρια ύδατα, συνιστά απόδειξη της κατασκευαστικής του επάρκειας και επιτυχίας.

H κιονοστοιχία (πτερά) του ναού

Η κιονοστοιχία (ή περιστύλιο) που περιβάλλει τον τον ορθογώνιο και επιμήκη πυρήνα του ναού, τον σηκό, αποτελείται από έξι δωρικούς κίονες στις στενές και δεκαπέντε στις μακρές πλευρές, συνολικά 38 κίονες. Aυτή η αναλογία των κιόνων δίνει μια επιμήκη όψη στο ναό, που είναι χαρακτηριστική των αρχαϊκών ναών.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Η κιονοστοιχία (ή περιστύλιο) που περιβάλλει τον τον ορθογώνιο και επιμήκη πυρήνα του ναού, τον σηκό, αποτελείται από έξι δωρικούς κίονες στις στενές και δεκαπέντε στις μακρές πλευρές, συνολικά 38 κίονες. Aυτή η αναλογία των κιόνων δίνει μια επιμήκη όψη στο ναό, που είναι χαρακτηριστική των αρχαϊκών ναών. Το πτερό εδράζεται στο στυλοβάτη, το πάνω μέρος της κρηπίδας, διαστάσεων 38,24 X 14,48µ., η οποία με τη σειρά της εδράζεται στην “ευθυντηρία” του ναού με διαστάσεις 39,87 Χ 16,13µ..
H κρηπίδα του ναού αποτελείται από τρεις βαθµίδες, κατασκευασμένες κατά το ισόδομο σύστημα.
Πτερά ονομάζονται οι τέσσερις στοές που σχηματίζονται μεταξύ της κιονοστοιχίας και των τοίχων του σηκού. Στις δύο στενές πλευρές του ναού των Βασσών οι διαστάσεις των πτερών είναι ευρύτερες σε σύγκριση με τα πτερά της ανατολικής και δυτικής πλευράς, που θυμίζουν επιµήκεις διαδρόµους.

Η κιονοστοιχία (ή περιστύλιο) που περιβάλλει τον ορθογώνιο και επιμήκη πυρήνα του ναού, τον σηκό, αποτελείται από έξι δωρικούς κίονες στις στενές και δεκαπέντε στις μακρές πλευρές, συνολικά 38 κίονες. Aυτή η αναλογία των κιόνων δίνει μια επιμήκη όψη στο ναό, που είναι χαρακτηριστική των αρχαϊκών ναών.
Το πτερό εδράζεται στο στυλοβάτη, το πάνω μέρος της κρηπίδας, διαστάσεων 38,24 X 14,48µ., η οποία με τη σειρά της εδράζεται στην “ευθυντηρία” του ναού με διαστάσεις 39,87 Χ 16,13µ..
H κρηπίδα του ναού αποτελείται από τρεις βαθμίδες, κατασκευασμένες κατά το ισόδομο σύστημα. Πτερά ονομάζονται οι τέσσερις στοές που σχηµατίζονται μεταξύ της κιονοστοιχίας και των τοίχων του σηκού. Στις δύο στενές πλευρές του ναού των Βασσών οι διαστάσεις των πτερών είναι ευρύτερες σε σύγκριση με τα πτερά της ανατολικής και δυτικής πλευράς, που θυμίζουν επιµήκεις διαδρόµους.

Aντίθετα, στην κλασική εποχή, ο αριθμός των κιόνων στις μακρές πλευρές είναι συνήθως διπλάσιος από αυτόν των στενών, αυξημένος κατά ένα (δηλαδή 6 X 13 κίονες). Σύμφωνα με τους μελετητές, φαίνεται ότι ο Ικτίνος, σχεδιάζοντας τον ναό των Βασσών, είχε ως πρότυπό του τον αρχαϊκό ναό του Aπόλλωνος στους Δελφούς (6ος αι. π.X.). Με την θεωρία αυτή επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις αποκλίσεις από τα μέτρα που είχαν επικρατήσει στη κλασική εποχή, όπως τις μεγαλύτερες αποστάσεις που καταγράφονται μεταξύ των κιόνων στις στενές πλευρές του ναού σε σχέση με αυτές των µακρών πλευρών ή τον αριθμό των κιόνων, ο οποίος ήταν συνήθως 6 Χ 13.

Το ύψος των κιόνων είναι 5,97µ. και η κάτω διαµέτρός τους 1,12 µ.. Σπάνια, αν όχι μοναδική είναι η περίπτωση της διαφοροποίησης της διαμέτρου των κιόνων της βόρειας πλευράς, οι οποίοι έχουν διάµετρο 1,16 µ, που τους καθιστά παχύτερους από τους υπόλοιπους.

Οι κίονες στο άνω μέρος τους, φέρουν τρεις επάλληλες περιµετρικές τµήσεις (εντοµές), τα δε κιονόκρανα, επάνω από το υποτραχήλιό τους, φέρουν τρεις δακτύλιους (ιµάντες).

O θριγκός

H περίσταση του ναού συμπληρωνόταν στο επάνω μέρος από τον δωρικό θριγκό, σχετικά χαµηλού ύψους (1,98 μ.) που σημαίνει ότι εναρμονιζόταν με τις απαιτήσεις της αρχιτεκτονικής αυτής της περιόδου (τέλος 5ου αι. π.X.)

Αποτελείται από ένα απλό επιστύλιο που επιστέφει την κιονοστοιχία και πάνω σε αυτό εδραζόταν η δωρική ζωφόρος, την οποία δημιουργούσαν οι τρίγλυφοι και οι µετόπες σε εναλλαγή.

Oι τρίγλυφοι είναι κατακόρυφα στοιχεία που φέρουν κάθετες γλυφές, ενώ στο κάτω μέρος τους αντιστοιχεί από ένας κανόνας µε τις σταγόνες του. Oι µετόπες είναι τετράγωνες, ακόσµητες πλάκες και εισέχουν ελαφρά από τις τριγλύφους.

Tο οριζόντιο γείσο, που επέστεφε τη ζωφόρο, προεξείχε στο κάτω µέρος του, όπου έφερε επίσης ορθογώνια εξάρµατα, τους προµόχθους.

04 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Ο σηκός και η λατρεία

O σηκός

Με διαστάσεις 28,8µ. Χ 8,62µ. ο σηκός έχει διάταξη διπλού, “εν παραστάσι” ναού, µε δύο κίονες µεταξύ των παραστάδων, όπως ονομάζονται οι ελαφρώς πεπλατυσμένες απόληξεις των δυο μακρών τοιχών του σηκού, τόσο στον πρόναο όσο και στον οπισθόναο.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Στο άνω µέρος τους, οι παραστάδες έφεραν ένα ελαφρώς εξέχον επίκρανο.

Oι δύο αυτοί κίονες είναι λεπτότεροι από τους κίονες της περίστασης.

Δύο εγκάρσιοι στους μακρούς τοίχοι δημιουργούν τον πρόναο, τον σηκό (κυρίως ναό) µε άδυτο και τον οπισθόναο.

Το δάπεδο του σηκού είναι ελαφρώς υπερυψωµένο σε σχέση με το δάπεδο του πτερού.

Τόσο στον πρόναο, όσο και στον οπισθόναο, πάνω από τις παραστάδες και τους ενδιάμεσους κίονες, υπήρχε θριγκός, µε επιστύλιο και δωρική ζωφόρο.

Η ζωφόρος σχηματιζόταν από επτά τριγλύφους και έξι µετόπες, οι οποίες θα πρέπει να έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις, κατά το πρότυπο του ναού του Διός στην Oλυµπία. Η ανάγλυφη αυτή διακόσμηση πρέπει να ήταν μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, όπως προκύπτει από τα ομολογουμένως λιγοστά θραύσματά τους τα οποία διασώθηκαν και εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο. Σύμφωνα με τον καθηγητή Brian Madigan, το θέμα που απεικόνιζαν οι μετόπες του προνάου ήταν πιθανότατα η επιστροφή του Απόλλωνα στον Όλυμπο από τις Υπερβόρειες χώρες, ενώ οι αντίστοιχες του οπισθονάου την αρπαγή των θυγατέρων του Λευκίππου, βασιλιά της Μεσσήνης, από τους Διόσκουρους.

O πρόναος, είναι βαθύτερος του οπισθονάου ενώ οι οροφές τους έφεραν µαρµάρινα φατνώµατα. Μεταξύ των παραστάδων και των κιόνων του προνάου υπήρχαν κιγκλιδώματα ενώ µια µεγάλη θύρα, πλάτους 2,63µ. επέτρεπε την επικοινωνία με το σηκό.

Blouet, Abel – Ravoisié, Amable 

Υποθετική αναπαράσταση του προνάου


Expedition scientifique de Morée: ordonnée par le Gouvernement Français ; Architecture, Sculptures, Inscriptions et Vues du Péloponèse, des Cyclades et de l’Attique (Band 2) — Paris, 1833

Tο εσωτερικό του σηκού

Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες του μνημείου συνιστά η διευθέτηση του εσωτερικού χώρου του σηκού. Αντί της αναμενόμενης τριμερούς διάρθρωσης, δηλαδή μιας κιονοστοιχίας σε σχήµα Π συνήθως περιέβαλε το λατρευτικό άγαλμα, δημιουργώντας τρία κλίτη (διαδρόμους), στο σηκό του ναού του Eπικούριου Aπόλλωνα υπάρχουν πέντε ζεύγη ιωνικών ηµικιόνων που συνδέονται κάθετα με τους τοίχους του σηκού, με εξαίρεση το νοτιότερο ζεύγος που ενώνεται µε τους τοίχους υπό γωνία 45 µοιρών.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες του μνημείου συνιστά η διευθέτηση του εσωτερικού χώρου του σηκού. Αντί της αναμενόμενης τριμερούς διάρθρωσης, δηλαδή μιας κιονοστοιχίας σε σχήµα Π συνήθως περιέβαλε το λατρευτικό άγαλμα, δημιουργώντας τρία κλίτη (διαδρόμους), στο σηκό του ναού του Eπικούριου Aπόλλωνα υπάρχουν πέντε ζεύγη ιωνικών ηµικιόνων που συνδέονται κάθετα με τους τοίχους του σηκού, με εξαίρεση το νοτιότερο ζεύγος που ενώνεται µε τους τοίχους υπό γωνία 45 µοιρών. Σχηματίζονται έτσι ευρύχωρες κόγχες κατά µήκος των τοίχων, διάρθρωση που ομοιάζει με το εσωτερικό του αρχαϊκού ναού της Ήρας στην Oλυµπία (600 π.X.). Είναι αβέβαιο κατά πόσο αυτή η επιλογή υπαγορευόταν από κάποια λατρευτική ή θρησκευτική παράδοση, από πλευράς χωροταξίας ωστόσο, η χρήση ηµικιόνων αντί κιονοστοιχίας, επέτρεπε την καλύτερη αξιοποίηση του άνετου και ευρύχωρου εσωτερικού κλίτους. Αν είχε προτιμηθεί η τυπική διάρθρωση του σηκού των ναών της κλασικής εποχής, ο κεντρικός χώρος θα ήταν περιορισμένος και στενός.

Tο άδυτο

Συνέχεια του σηκού αλλά διακριτό του τμήμα είναι το άδυτο, διάταξη που βρίσκει παράλληλο στον αρχαϊκό ναό του Aπόλλωνος των Δελφών. Για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή του το άνοιγμα (θύρα) πλάτους 1,91µ., (µικρότερη αυτής του προνάου) στον ανατολικό τοίχο του αδύτου. H θύρα αυτή αντιστοιχεί προς το δέκατο από B µετακιόνιο διάστηµα της περίστασης.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Η λειτουργία του αδύτου δεν έχει ερμηνευθεί πλήρως, ωστόσο θεωρείται ότι είχε λατρευτική σημασία. Εικάζεται ότι κάθε πρωΐ οι ακτίνες του ήλιου εισχωρούσαν από τη θύρα και φώτιζαν το λατρευτικό άγαλµα του θεού ή ενδεχομένως κάποιο βωμό που είχε τοποθετηθεί εντός του αδύτου. Μάλιστα η ύπαρξη δύο µοχλοβοθρίων πλησίον του εγκάρσιου τοίχο που χωρίζει το άδυτο από το σηκό, είναι πιθανόν ότι στήριζαν το βάθρο του λατρευτικού αγάλµατος.

Tο λατρευτικό άγαλμα του Aπόλλωνα

Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί από τους μελετητές για το λατρευτικό άγαλµα, τη μορφή του και που ήταν στημένο, ακόμα και κατά πόσο αυτό υπήρχε.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Οι ιστορικές αναφορές είναι πενιχρές και περιορίζονται στην μαρτυρία του Παυσανία ο οποίος είδε ένα μεγάλο μπρούτζινο άγαλμα του Επικούριου Απόλλωνα ύψους 12 ποδών στην Μεγαλόπολη στημένο σε εντυπωσιακό βάθρο. Το είχαν μεταφέρει εκεί από τις Βάσσες όταν είχε ιδρυθεί η Μεγαλόπολη, γύρω στο 369 π.X. προκειμένου να διακοσμήσει την καινούργια πόλη. Επίσης, το 1812 είχαν έρθει στο φως μαρμάρινα θραύσματα χεριών και ποδιών φυσικού μεγέθους, μπροστά από τον κορινθιακό κίονα.

Είναι λοιπόν πιθανό το άγαλμα που μεταφέρθηκε στην Μεγαλόπολη να ήταν τοποθετημένο στο άδυτο, απέναντι από την ανατολική θύρα. Σώζονται διάφορα σχέδια μελετητών που κάποιοι το τοποθετούν κοντά στο δυτικό τοίχο, στην ανατολική γωνία του αδύτου, μπροστά από τον κορινθιακό κίονα, ή και εντός του σηκού.

Ίσως μάλιστα όταν μεταφέρθηκε το αρχικό άγαλμα στην Μεγαλόπολη, το κενό να καλύφθηκε από ένα νέο φυσικού μεγέθους που ήταν από ξύλινο αλλά είχε μαρμάρινα άκρα (ακρολιθικό).

Οι αρχαιολόγοι Παναγιώτης Καββαδίας και Νικόλαος Γιαλούρης απομακρύνθηκαν αρκετά από τις παραπάνω περιπτώσεις, υποστηρίζοντας, ο μεν Καββαδίας, ότι το μπρούτζινο άγαλμα που είδε ο Παυσανίας στην Μεγαλόπολη έστεκε κάπου στον περιβάλλοντα χώρο του ναού των Βασσών και στο εσωτερικό του οποίου υπήρχε μόνο λατρευτικό ξόανο, ο δε Γιαλούρης ότι ο ίδιος ο κίονας αποτελούσε την ανεικονική παράσταση της θεότητας και δεν υπήρχε άγαλμα στο εσωτερικό του ναού. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε πανάρχαιες λατρείες κιονολατρείας που απαντούν στην Aρκαδία (π.χ. Τεγέα), όπου ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο (κίονας, στήλη, ή στύλος) λατρεύονταν αντί ενός λατρευτικού αγάλµατος της εκάστοτε θεότητας.

Την άποψη του Καββαδία ότι ίσως το άγαλµα µε το βάθρο του να ήταν τοποθετηµένο έξω από το ναό πλησίον της βόρειοανατολικής γωνίας του ασπάζεται και μελετητής και αναστηλωτής του μνημείου Κ. Παπαδόπουλος, ερμηνεύοντας έναν επιμήκη, ιδιαιτέρως μεγάλων διαστάσεων, ογκόλιθο ως το βάθρο μπρούτζινου αγάλματος (ή αγαλμάτων, λόγω του μεγάλου μήκους του).

05 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Το κορινθιακό κιονόκρανο

Το κορινθιακό κιονόκρανο

Ανάμεσα στο τελευταίο ζεύγος των ημικιόνων οι οποίοι τέμνουν διαγώνια τον τοίχο του σηκού και όχι κάθετα όπως οι υπόλοιποι υπήρχε ένας κίονας που στην κεφαλή του έφερε κορινθιακό κιονόκρανο, μέχρι σήμερα το αρχαιότερο γνωστό στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική. Θραύσματά του φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο κίονας στήριζε μαζί με τους ιωνικούς ημικίονες (κατά ορισμένους επίσης κορινθιακούς) το επιστύλιο της νότιας πλευράς του σηκού το οποίο με τη σειρά του έφερε την ιωνική ζωφόρο.

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

H πρώτη σχεδιαστική αναπαράσταση του κορινθιακού κιονοκράνου έγινε από τον K.H.von Hallerstein (1811-1812), ενώ και ο εσθονός Otto Stackelberg, ο οποίος επόπτευε τις ερευνητικές εργασίες του 1812 στις Βάσσες, αναφέρει σχετικά με το κιονόκρανο :

«… Η βάση ενός κίονα, του μοναδικού που είχε κιονόκρανο με λαξευμένα φύλλα (προφανώς εννοεί το κορινθιακό κιονόκρανο) δεν ήταν πια στερεωμένο στον περιμετρικό στυλοβάτη, αλλά είχε μετακινηθεί από τη θέση της. Το κιονόκρανο βρισκόταν δίπλα στον κίονα, μέσα στο άδυτο του σηκού, όπου επίσης βρίσκονταν περισσότερα ιωνικά κιονόκρανα από ημικίονες, σκόρπια ανάμεσα στα κομμάτια από τα μεγαλύτερα φατνώματα της οροφής, που διατηρούσαν ολοκάθαρα ίχνη από τον ζωγραφισμένο διάκοσμο.…»

Ο κάλαθος του κιονοκράνου είχε µια ή δύο σειρές φύλλων ακάνθου στο κάτω µέρος, από όπου εκφύονταν βλαστοί που ανέρχονταν ως τον άβακα και σχημάτιζαν τις τέσσερις γωνίες. Ανάμεσά τους υπήρχε ζεύγος ελίκων τους οποίους επέστεφε ανθέµιο. Στο επάνω µέρος το κιονόκρανο κατέληγε σε άβακα µε καµπυλότητα στο κέντρο.

Θεωρείται το αρχαιότερο κιονόκρανο στην ελληνική αρχιτεκτονική, η ύπαρξη του οποίου καταδεικνύει εύγλωττα τις ανανεωτικές ιδέες και τη διάθεση πειραματισμών του αρχιτέκτονα του Ναού του Επικούριου Απόλλωνα, ο οποίος δεν διαστάζει να χρησιμοποιήσει ένα φυτικό μοτίβο, τα φύλλα της άκανθας, βγαίνοντας έτσι εκτός του αυστηρού, παραδοσιακού πλαισίου απόδοσης της σχηματοποιημένης μορφής του κιονοκράνου, δωρικού και ιωνικού.

Δυστυχώς το πρώτο κορινθιακό κιονόκρανο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής δεν σώζεται σήμερα. Ωστόσο τα λεπτομερή σχέδια που έγιναν από τους μελετητές το 1812 καλύπτουν κάπως το κενό.

Ο επιστημονικός διάλογος σχετικά με την γέννηση του κορινθιακού ρυθμού στις Βάσσες και την ερμηνεία της διαφοροποίησής του από τα υπόλοιπα κιονόκρανα του ναού, ιωνικά και δωρικά, συνεχίζεται .

06 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Στέγη και οροφή

H στέγη του ναού

H στέγη του ναού ήταν δίρριχτη και καλυπτόταν από 17 σειρές µαρµάρινων κεραµίδων κορινθιακού τύπου.

Τα αετώµατα στις δυο στενές πλευρές πλαισιώνονταν από οριζόντιο και καταέτιο γείσο ενώ στο πίσω µέρος τους είχαν τοίχωμα, το τύµπανο.

Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές τα αετώµατα του ναού έφεραν γλυπτή διακόσμηση, η οποία κατά τους ρωμαικούς χρόνους µεταφέρθηκε στη Pώµη, πιθανόν μαζί και με άλλα έργα που κοσμούσαν το ναό, κατά την προσφιλή συνήθεια των ρωμαίων που επιθυμούσαν με αυτά να διακοσµήσουν τα κτίρια της πρωτεύουσάς τους.

Ίσως όμως τα αετώµατα να ήταν ακόσµητα, όπως υποστηρίζουν κάποιοι άλλοι σε μια προσπάθεια να εξηγήσουν το μικρό βάθος τους.

Η οροφή του ναού

Ch. R. Cockerell, The temples of Jupiter Panhellenius at Aegina and of Apollo Epicurius at Bassae near Phigaleia in Arcadia, London 1860

Στις μακρές πλευρές του ναού, οι καλυπτήριες κεραµίδες της στέγης κατέληγαν σε ανθεµωτά ακροκέραµα, πάνω από το οριζόντιο γείσο. Λίθινες πλάκες που έφεραν στην κάτω επιφάνειά τους φατνώµατα, δηλαδή λαξευµένα διακοσµητικά σχήµατα δημιουργούσαν την οροφή του ναού.

07 / ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΤΕ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Η πορεία του μνημείου

Η τύχη του ναού μέχρι τη νεότερη εποχή.

Όπως μαρτυρούν επισκευές που πραγματοποιήθηκαν κατά την Ρωμαϊκή εποχή στην κεράμωση, ο ναός ήταν σε χρήση τουλάχιστον ως και αυτή την εποχή κατά την οποία τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας, δηλαδή το 174 μ.Χ.

Το βουκολικό τοπίο των Βασσών με το ναό όπως διασώθηκε ως τον 18ο αιώνα

Ανοίξτε την αναλυτική περιγραφή

Η ανθρώπινη επέμβαση με την μορφή απόσπασης των μεταλλικών συνδέσμων του δομικού υλικού για την χρήση του για κάλυψη άλλων αναγκών, αλλά και τα φυσικά φαινόμενα, ενίοτε σε μεγάλη ένταση (σεισμοί, ακραίες καιρικές συνθήκες) προκάλεσαν την κατάρρευση της στέγης και την γενικότερη φθορά του μνημείου.

Παρήλθαν δεκαέξι αιώνες σιωπής και λήθης μετά την επίσκεψη του Παυσανία τον 2ο αι. μ. Χ., μέχρι την εποχή του διαφωτισμού και των ευρωπαίων περιηγητών, οπότε το μνημείο έρχεται εκ νέου στο προσκήνιο της ιστορίας.

Σε πολλά από τα χαρακτικά του 18ου και 19ου αιώνα, βλέπουμε τον ρομαντικό τρόπο που οι Ευρωπαίοι λόγιοι και επιστήμονες απεικονίζουν το ερημικό, μυστηριακό λόγω της συχνής ομίχλης και βουκολικό τοπίο των Βασσών αλλά και τον θαυμασμό τους για το περιώνυμο μνημείο, άξιο εκπρόσωπο των κατακτήσεων του κλασικού πνεύματος και πολιτισμού της Ελλάδας.

Ναός Επικούριου Απόλλωνα

Ch. R. Cockerell, The temples of Jupiter Panhellenius at Aegina and of Apollo Epicurius at Bassae near Phigaleia in Arcadia, London 1860

Μετάβαση στο περιεχόμενο